1. Μετάβαση στο περιεχόμενο
  2. Μετάβαση στο κύριο μενού
  3. Μετάβαση σε περισσότερους ιστοτόπους της DW

Και οι εμβολιασμένοι νοσούν, αλλά σπάνια

27 Αυγούστου 2021

Οι εμβολιασμένοι μπορούν να προσβληθούν από κορωνοϊό, όμως σίγουρα το εμβόλιο βοηθά: νοσούν πιο σπάνια και λιγότερο έντονα σε σχέση με τους ανεμβολίαστους.

https://p.dw.com/p/3zXhb
Εμβολιαστικό κέντρο
Εμβολιαστικό κέντρο στο ΒερολίνοΕικόνα: Kay Nietfeld/AFP/Getty Images

Πλήρως εμβολιασμένοι κι όμως έχουν προσβληθεί από τον κορωνοϊό ή έχουν νοσήσει: ο αριθμός τους αυξάνεται, γεγονός που προκαλεί σε πολλούς αβεβαιότητα. Ωστόσο οι ειδικοί τονίζουν ότι αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ότι τα εμβόλια δεν είναι αποτελεσματικά. Οι εμβολιασμένοι συνεχίζουν να διατρέχουν χαμηλότερο κίνδυνο να νοσήσουν ή να πεθάνουν από κορωνοϊό. Το γεγονός ότι ακόμη και οι εμβολιασμένοι μπορεί να νοσήσουν θα έπρεπε να προβληματίζει κυρίως τους ανεμβολίαστους.

To ότι και οι εμβολιασμένοι μπορεί να νοσήσουν δεν εκπλήσσει πάντως τους επιστήμονες. «Εξαρχής γνωρίζαμε ότι ο εμβολιασμός δεν είναι 100% αποτελεσματικός. Μέχρι και στις έρευνες που διεξήχθησαν για να δοθούν άδειες κυκλοφορίας για τα εμβόλια, είχαν μολυνθεί εμβολιασθέντες», αναφέρει ο Κάρστεν Βαλτς, ανοσολόγος από το Ινστιτούτο Λάιμπνιτς του Τεχνικού Πανεπιστημίου στο Ντόρτμουντ.

Τι λέει το Ινστιτούτο Ρόμπερτ Κοχ

Εμβόλιο κορωνοϊός
Τα εμβόλια παρέχουν αποτελεσματική προστασία λένε οι ειδικοίΕικόνα: Sven Hoppe/picture alliance/dpa

Σύμφωνα με το Επιδημιολογικό Ινστιτούτο Ρόμπερτ Κοχ (RKI) η μόλυνση με Sars-CoV-2 σε άτομα που έχουν εμβολιασθεί πλήρως, μπορεί να εντοπίζεται μέσω τεστ PCR ή με διάγνωση απομόνωσης παθογόνων. Η προστασία που παρέχει ο εμβολιασμός θεωρείται πλήρης όταν μετά από μια ολοκληρωμένη σειρά εμβολιασμών παρέλθουν δύο εβδομάδες. Το RKI αναφέρει ότι από την έναρξη της εμβολιαστικής εκστρατείας μέχρι τις 17 Αυγούστου έχουν καταγραφεί 13.360 αντίστοιχα περιστατικά. Στο ίδιο διάστημα ο αριθμός των πλήρως εμβολιασμένων ανερχόταν σε 48 εκατομμύρια. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις νοσούντων, δεν είχε παρέλθει το κρίσιμο διάστημα των δύο εβδομάδων από τον τελευταίο εμβολιασμό.

Επίσης δεν μπορούν να προσδιοριστούν τα περιστατικά εμβολιασθέντων που προσβλήθηκαν μεν κορωνοϊό, αλλά ήταν ασυμπτωματικοί.  «Αντίστοιχες μολύνσεις μπορούν να ανιχνευθούν μόνο τυχαία, επειδή οι εμβολιασμένοι σπανίως κάνουν τεστ κορωνοϊού» εξηγεί ο Κάρστεν Βαλτς, ο οποίος διατελεί επίσης γενικός γραμματέας της Γερμανικής Ένωσης Ανοσολογίας. Όπως σημειώνει: «Οι εμβολιασμένοι ενδέχεται να μην συνδέουν επίσης συμπτώματα που παρουσιάζουν με τον κορωνοϊό. Έτσι δεν αναζητούν γιατρό, ούτε κάνουν τεστ».

Σημαντική η προστασία που παρέχουν τα εμβόλια

Κορωνοϊός ανεμβολίαστοι
Οι ανεμβολίαστοι δεν μπορούν να βασίζονται στους εμβολιασμένουςΕικόνα: Christoph Schmidt/dpa/picture alliance

Πάντως τα στοιχεία που αφορούν τις μολύνσεις εμβολιασμένων, καταδεικνύουν πόσο σημαντική είναι η προστασία που παρέχουν τα εμβόλια. «Πρώτον ο αριθμός αυτών των λοιμώξεων είναι πολύ μικρότερος από τις συνολικές μολύνσεις από κορωνοϊό, κι αυτό παρά το γεγονός ότι η πληθυσμιακή ομάδα των εμβολιασμένων πλέον είναι μεγαλύτερη από τους ανεμβολίαστους. Από αυτό συμπεραίνει κανείς ότι ο εμβολιασμός προστατεύει από την μόλυνση με κορωνοϊό», εκτιμά ο ίδιος. Επιπλέον πολλές μολύνσεις εμβολιασμένων εμφάνισαν ηπιότερα συμπτώματα. «Στη Γερμανία μιλάμε για ένα ποσοστό προστασίας από μια συμπτωματική εκδήλωση της νόσου κατά 80-90%, ενώ το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο όταν πρόκειται για σοβαρές επιπλοκές. Αυτό εξηγεί γιατί στις μονάδες εντατικής θεραπείας βρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά ανεμβολίαστοι».

Τελευταίο και ίσως πιο σημαντικό στοιχείο: Σύμφωνα με το RKI από την έναρξη της εμβολιαστικής εκστρατείας, σε συνολικά 1.871 θάνατους από Covid-19 στην ηλιακή ομάδα 18 έως 59 ετών, μόνο ένας θάνατος ήταν πλήρως εμβολιασμένου. Ωστόσο ο Βαλτς σημειώνει ότι κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή. Ρόλο παίζει επίσης η γενικότερη εικόνα της υγείας ενός ατόμου και το κατά πόσο ανήκει σε ευπαθή ομάδα. Για παράδειγμα υπήρξαν άτομα άνω των 60 ή άτομα με ασθενές ανοσοποιητικό σύστημα, που δεν κατάφεραν να αναπτύξουν ανοσία ή ανέπτυξαν μικρή ανοσία ακόμη και μετά τη δεύτερη δόση.Σύμφωνα με εκτιμήσεις το ποσοστό των «αποτυχημένων εμβολιασμών» σε ηλικιωμένους ενδέχεται να ανέρχεται στο 5%. Ο Κάρστεν Βαλτς πάντως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εμβολιασμένοι είναι καλύτερα προστατευμένοι, ενώ οι μη εμβολιασμένοι δεν μπορούν να βασίζονται στο ότι οι γύρω τους είναι πιθανώς πλήρως εμβολιασμένοι.

Άλις Λάντσκε, dpa

Επιμέλεια: Δήμητρα Κυρανούδη